January 2, 2016

Oι ανοικτοί ασκοί της ψηφιακής ακαδημαϊκής επικοινωνίας. Συζητώντας για την Ανοικτή Πρόσβαση στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες

Ανάμεσα στις προετοιμασίες και τις συζητήσεις για τον φετινό εορτασμό της εθνικής επετείου, η Παγκόσμια Εβδομάδα Ανοικτής Πρόσβασης (19-25 Οκτωβρίου) πέρασε μάλλον απαρατήρητη στην Ελλάδα. Κρίμα, γιατί νομίζω πως, ειδικά φέτος, η επετειακή αυτή πρωτοβουλία θα ήταν μια ιδανική αφορμή για να συζητήσουμε την Ανοικτή Πρόσβαση όχι ως μια ακόμη τεχνολογική τάση που ήρθε και θα περάσει, ή ως μια δημοφιλή προσθήκη στην ατζέντα της εκπαίδευσης και της έρευνας στις αρχές του 21ου αιώνα. Πιστεύω, αντίθετα, πως η Ανοικτή Πρόσβαση επιβάλλει μια τολμηρή αναστοχαστική κριτική και μια ανοιχτή συζήτηση γύρω από την επιστημονική δημοσίευση και επικοινωνία ως πεδία όπου τον τελευταίο σχεδόν αιώνα διαπλέκονται διανοητικές και πολιτισμικές συμβάσεις και πρακτικές, μέσα και φορείς, οικονομικές παράμετροι, δίκτυα εξουσίας και εξάρτησης που τροφοδοτούν και συστήνουν τον ακαδημαϊκό λόγο και τη γνώση. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας προβληματικής μπορεί, νομίζω, να εξηγηθεί γιατί, ενώ η Ανοικτή Πρόσβαση σαν ιδέα είναι σχετικά απλή, (θα) συναντά πολλές δυσκολίες στην ευρύτερη και ωφέλιμη για όλους εφαρμογή της. 

Για να το πω αλλιώς: καθώς έχουμε συστήσει και εμπεδώσει τις ακαδημαϊκές, ερευνητικές και επαγγελματικές μας συμπεριφορές, τα μέσα και τα προϊόντα της δραστηριότητάς μας σε ένα ισχυρό έντυπο παράδειγμα, δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε τη φύση και τη λειτουργία των επιστημονικών δημοσιεύσεων και περιοδικών ως προς την επικοινωνία της γνώσης· να συζητήσουμε την ένταξή τους στην ατζέντα των εκδοτικών επιχειρήσεων και την πολλαπλά προβληματική σύνδεση μιας εμπορικής λογικής κόστους και κέρδους με την ακαδημαϊκή αξία, την ποιότητα και το κύρος· και, τέλος, να τολμήσουμε να φανταστούμε, συλλογικά και συνολικά, έναν οδικό χάρτη της ακαδημαϊκής επικοινωνίας αυτήν τη φορά στο ψηφιακό περιβάλλον με την ερευνητική κοινότητα ως κύριο συντελεστή.

Με ενδιαφέρει, και θα επικεντρώσω εδώ την ανάλυσή μου, η κατάσταση που καλείται να αντιμετωπίσει κυρίως η νέα ερευνήτρια και ο νέος ερευνητής στο χώρο των Ανθρωπιστικών Επιστημών στην Ελλάδα, καθώς όχι μόνο αυτή είναι εν μέρει η προσωπική μου εμπειρία αλλά επιπλέον όλα δείχνουν πως ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός νέων επιστημόνων με πρωτότυπη έρευνα και εντυπωσιακά ευρεία γκάμα ακαδημαϊκών ικανοτήτων λειτουργεί στις παρυφές ή μένει εκτός της (ακαδημαϊκής και μη) αγοράς εργασίας ακριβώς γιατί προσκρούει στο «παγόβουνο» των ακαδημαϊκών δημοσιεύσεων.

Ρέκβιεμ διαρκείας: επιχείρηση «ακαδημαϊκή δημοσίευση και επικοινωνία»

Η συγκυρία, λοιπόν, είναι ακόμη πιο ιδανική ειδικά φέτος, καθώς τα γεγονότα μας πρόλαβαν και μας χορηγούν μια σειρά από «ελληνικές» αφορμές για έναν δημιουργικό εορτασμό και ακτιβιστικού τύπου προβληματισμό γύρω από την Ανοικτή Πρόσβαση στην έρευνα αλλά και πιο συνολικά γύρω από την ακαδημαϊκή έρευνα και επικοινωνία: καθώς η κρίση έχει πια εμπεδωθεί στην ελληνική κοινωνία, οι συνθήκες διεξαγωγής διδασκαλίας και έρευνας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ολοένα και επιδεινώνονται, με αλλεπάλληλες –αιφνιδιαστικές ή προγραμματισμένες– περικοπές του προϋπολογισμού των ΑΕΙ και των ερευνητικών κέντρων (με το συνολικό ποσοστό των περικοπών να ξεπερνά το 70%) ενώ, λίγο τα capital controls και ο πυρετός του δημοψηφίσματος, λίγο η καλοκαιρινή ραστώνη, ελάχιστοι από εμάς παρατήρησαν πως ο Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, από την 1η Ιουλίου 2015, διέκοψε τις συμβάσεις με όλες τις συνδρομές σε διεθνείς επιστημονικές ενώσεις και επιστημονικά περιοδικά λόγω αδυναμίας εξεύρεσης πόρων τόσο για την αποπληρωμή παλαιών οφειλών όσο και κάλυψης των συνδρομών του τρέχοντος έτους.

Αυτό που ίσως μας διαφεύγει μπροστά στο «Access denied» που εμφανίζεται στις οθόνες μας όταν προσπαθούμε να εντοπίσουμε μια μελέτη σε κάποια μεγάλη βάση περιοδικών είναι πως η αδυναμία του ΣΕΑΒ να εξασφαλίσει τους πόρους προκειμένου να αποπληρώσει και να ανανεώσει τις συνδρομές δεν οφείλεται μόνο σε κακοδιαχείριση κρατικών κονδυλίων και νομίζω πως δεν πρέπει αφελώς και θυμικώς να καταγγέλλεται ως ένα ακόμη πλήγμα της οικονομικής κρίσης στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και στην έρευνα.

Αντίθετα, η ελληνική περίπτωση συνιστά ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και σίγουρα όχι το μοναδικό case-study στην παγκόσμια ακαδημαϊκή σκηνή αυτού που χρόνια τώρα συζητάμε ως υποθετικό και απευκταίο worst-case scenario μιας άλλης «κρίσης» («serials crisis») στο χώρο των ακαδημαϊκών δημοσιεύσεων, περιοδικών και βιβλιοθηκών:[1]: υπάρχει μια πολλαπλά προβληματική κατανομή στην αλυσίδα προσφοράς και ζήτησης στην επιστημονική παραγωγή, η οποία έχει πάψει εδώ και πολύ καιρό να αφορά μόνο τις βιβλιοθήκες, αλλά απασχολεί πλέον διεθνώς την ατζέντα των συντελεστών της επιστημονικής έρευνας και πολιτικής και συνιστά το βασικό επιχείρημα για την πρωτοβουλία της Ανοικτής Πρόσβασης.[2]. Με απλά λόγια: καθώς ο αριθμός των ατόμων που συμμετέχουν στην ακαδημαϊκή έρευνα ολοένα και αυξάνεται, μαζί και η ερευνητική παραγωγή, υπάρχει ολοένα και πιο μεγάλη προσφορά νέας πρωτότυπης έρευνας και αυξημένος ανταγωνισμός γύρω από τη διάχυση και τη δημοσίευση σε επιστημονικά περιοδικά πρωτίστως και μονογραφίες στη συνέχεια. Συνεπώς, οι καλές δημοσιεύσεις αυξάνονται, τα αξιόλογα και εξειδικευμένα περιοδικά πληθαίνουν, με μικρότερα τιράζ και υψηλότερες συνδρομές, και φυσικά οι βιβλιοθήκες και τα ιδρύματα, συχνά και οι ίδιοι οι ερευνητές μεμονωμένα, δεν είναι σε θέση να πληρώνουν υπέρογκα ποσά για συνδρομές σε αυτά και πρόσβαση σε ποιοτική έρευνα.

Ας δούμε λίγο τι λένε οι αριθμοί για την Ελλάδα ειδικά για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες. Με βάση την τελευταία μελέτη του ΕΚΤ για την καταγραφή και την αποτύπωση της ελληνικής επιστημονικής δραστηριότητας μέσα από βιβλιομετρική ανάλυση ελληνικών δημοσιεύσεων σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά,[3] ενώ η συνολική επιστημονική παραγωγή των ερευνητριών και των ερευνητών από ελληνικά ιδρύματα όχι μόνο έχει αυξηθεί ποσοτικά (από 10.300 το 2010 σε 11.138 το 2012) αλλά έχει σημειώσει εντυπωσιακή ποιοτική πρόοδο,[4] οι επιμέρους μετρήσεις για το πεδίο των Ανθρωπιστικών Επιστημών είναι μάλλον απογοητευτικές: το επιστημονικό πεδίο των Humanities παρουσιάζει τις λιγότερες ελληνικές δημοσιεύσεις (1,3%), με 711 δημοσιεύσεις, 785 ετεροαναφορές, 0,90 σχετικό δείκτη απήχησης, ενώ οι Φυσικές Επιστήμες συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό ελληνικών δημοσιεύσεων (48,8%), με 25.658 δημοσιεύσεις, 150.926 ετεροαναφορές και 1,09 σχετικό δείκτη απήχησης.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ερμηνεύσει κανείς αυτά τα μεγέθη για την ερευνητική παραγωγή των Ανθρωπιστικών Επιστημών. Αρχικά, το φαινόμενο χαρακτηρίζει και διεθνώς το πεδίο: τα ειδικά χαρακτηριστικά της έρευνας και της δημοσίευσης στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες διαφέρουν κατά πολύ από αυτά των υπόλοιπων κλάδων («hard sciences»/STEM), καθώς οι ρυθμοί έρευνας και δημοσίευσης των πορισμάτων τους είναι πιο αργοί και λιγότερο πιεστικοί, η σύνδεση της έρευνας με την κοινωνική απήχηση και την οικονομική ανταποδοτικότητα είναι συνήθως χαλαρή, αν όχι ανύπαρκτη, οι μονογραφίες διατηρούν ακόμη μεγάλη σημασία ως μέσο ακαδημαϊκής επικοινωνίας και καταξίωσης, ενώ συχνά οι δημοσιεύσεις γίνονται σε εθνικές γλώσσες και σε περιοδικά που διατηρούν το δικό τους ιδιόρρυθμο καθεστώς έκδοσης, δυσχεραίνοντας τόσο την ορατότητα και την αναγνωσιμότητα όσο και την ένταξη της ερευνητικής δραστηριότητας σε τέτοιας τάξεως μετρήσεις.

Έτσι, ιδιαίτερα για εθνικά προσανατολισμένες ερευνητικές κοινότητες που επιμένουν για την έρευνα και την επικοινωνία τους στη χρήση της εθνικής γλώσσας, όπως για παράδειγμα αυτές της Νεοελληνικής Φιλολογίας ή της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, υπάρχει μια, μικρή πλην κραταιά, γκάμα εξειδικευμένων περιοδικών που συνεχίζουν να διαχειρίζονται και να επιλέγουν εσωτερικά το περιεχόμενο, να τυπώνουν και να διαθέτουν, μέσω συνεργασιών με εκδοτικούς οίκους, τα τεύχη τους, κυρίως απευθυνόμενα στην περιορισμένη εγχώρια επιστημονική κοινότητα. Η μικρή, άλλωστε, αγορά αναπόφευκτα καθιστά ολοένα και πιο ρευστά τα κριτήρια που ξεχωρίζουν ένα επιστημονικό περιοδικό από το περιοδικό λογοτεχνικής κριτικής, λόγου και στοχασμού, πολιτι(στι)κής παρέμβασης κ.ο.κ., ειδικά όταν έρχεται η ώρα της καταμέτρησης και της αξιολόγησης του ερευνητικού έργου. Φυσικά, έντυπα περιοδικά έχουν επίσης σταματήσει εδώ και καιρό να φτάνουν στις βιβλιοθήκες των ελληνικών ιδρυμάτων, καθώς το κόστος είναι υπέρογκο με αμφίβολα οφέλη χρήσης, ενώ θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να ερευνήσει κανείς τη σύνδεση της έντυπης φύσης τους αρχικά με τις (συνήθως περιορισμένες) πιθανότητες εντοπισμού και απήχησης του ερευνητικού περιεχομένου των δημοσιεύσεων που φιλοξενούν, με τις πωλήσεις που τελικά κατορθώνουν, και τέλος με τις απαραίτητες προδιαγραφές ακαδημαϊκής ανέλιξης – αν και είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσει κανείς αξιόπιστα στοιχεία στο πεδίο αυτό.

Ας δούμε όμως από κοντά το γενικό μοντέλο της ακαδημαϊκής επικοινωνίας όπως αυτοπραγματώνεται στις δημοσιεύσεις. Ενώ η ανάδειξη των επιστημονικών περιοδικών συμπίπτει με τη διάδοση της τυπογραφίας, με πρώτα δείγματα στα 1665 τα Le Journal des sçavans και Philosophical Transactions, και σταδιακά στον 17ο και στον 18ο αιώνα τα περιοδικά αντικαθιστούν το μέχρι πριν κραταιό επιστολογραφικό και κλειστό (σε πανεπιστήμια, learned societies και clubs) δίκτυο επικοινωνίας της επιστημονικής γνώσης,[5] το μοντέλο λειτουργίας των επιστημονικών περιοδικών, όπως σήμερα το γνωρίζουμε, είναι αισθητά μεταγενέστερο, καθώς συνδέεται αφενός με τη μεταπολεμική έκρηξη των επιστημονικών ανακαλύψεων, τη γενικότερη άνοδο της εκπαιδευτικής στάθμης του πληθυσμού και τον εκδημοκρατισμό της γνώσης και αφετέρου με τη διεθνή αναδιοργάνωση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και τη σύνδεσή τους με τον κόσμο της αγοράς μέσω των εκδοτικών φορέων και των επιστημονικών εταιρειών.

Αν, λοιπόν, οι ακαδημαϊκοί –είτε αυτόνομα είτε μέσω επιστημονικών εταιρειών που εκπροσωπούν– είναι εκείνοι που δημιουργούν και «τρέχουν» τα επιστημονικά περιοδικά ως προς το επιστημονικό περιεχόμενο, διαθέτοντας συνήθως δωρεάν ή με ελάχιστο αντίτιμο τις υπηρεσίες τους κυρίως στην αξιολόγηση (peer review) και την επιμέλεια της έκδοσης, το σύνολο ωστόσο της οικονομικής διαχείρισης των επιστημονικών περιοδικών εκχωρείται συνήθως στο ακέραιο σε εκδοτικούς οίκους (πανεπιστημιακούς ή εμπορικούς), οι οποίοι, με τη σειρά τους, διαχειρίζονται το κόστος σχεδιασμού, τυπογραφικής διόρθωσης, εκτύπωσης, ευρείας διανομής, και σε αντάλλαγμα επιβάλλουν συνδρομές προκειμένου να καλύψουν τα παραπάνω έξοδα, με τη διαχείριση των συνδρομών να επιβάλλει επιπλέον έξοδα.

Η άτυπη αυτή κοινωνική σύμβαση διαμορφώνει και τις οικονομικές συμπεριφορές των ερευνητών και των εκδοτικών επιχειρήσεων: ειδικά στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες, οι ερευνητές θέτουν συνήθως εαυτούς εκτός της σφαίρας της οικονομικής συναλλαγής, ενώ η έρευνά τους και τα προϊόντα της είναι οργανικά συνδεδεμένα με αυτήν, μέσω των εκδοτικών οίκων και των περιοδικών. Η κατάσταση, θεωρώ, είναι πιο σύνθετη και προβληματική για την Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες, καθώς η επιστημονική έρευνα στο μεγαλύτερο μέρος της προέρχεται από επιστήμονες που απασχολούνται σε δημόσιους ερευνητικούς και εκπαιδευτικούς φορείς και μισθοδοτούνται από κρατικά κονδύλια, δηλαδή το παραγόμενο έργο τους έχει ήδη πληρωθεί από τους έλληνες φορολογούμενους, οι οποίοι καλούνται να το πληρώσουν για δεύτερη φορά.

Με άλλα λόγια, οι επιστήμονες επιλέγουν να μην γνωρίζουν και να μην ενδιαφέρονται για το κόστος και τα κέρδη που θα έχει (η πρόσβαση σ)το περιοδικό που επιλέγουν για να δημοσιεύσουν, αλλά κρίνουν κυρίως με βάση το κύρος που αυτό τους χορηγεί. Πίσω από την ιδιόμορφη αυτή ελευθερία των ερευνητών από βιοτικές και οικονομικές μέριμνες, αξίζει να διακρίνει κανείς τα συστήματα του κύρους και της απήχησης ως πεδία οικονομικής συνδιαλλαγής (prestige and material economics), καθώς και την πολύπλοκη σύνδεση του συμβολικού με το οικονομικό κεφάλαιο, που περιγράφει ο Bourdieu ως “διπλή μεταβολή του υλικού κεφαλαίου σε συμβολικό κεφάλαιο, επαναμετατρέψιμο κι αυτό σε υλικό κεφάλαιο”.[6]

Μετρημένος” με το ακριβόμετρο του χρηματικού κέρδους” που χρησιμοποιεί κι ο Bourdieu, ο ακαδημαϊκός κόπος (academic labor) της ερευνήτριας ή του ερευνητή συγκροτείται ως συμβολικό κεφάλαιο, με τη σημασία που ενίοτε αποκτά η λέξη, δηλαδή χαριστική, άνευ συν/αντ-αλλάγματος δραστηριότητα, ωστόσο στα χέρια του εκδοτικού οίκου, υπό τη μορφή ενός άρθρου σε επιστημονικό περιοδικό, μετατρέπεται σε έναν υλικό και οικονομικά προσδιορίσιμο κόπο (material labor), συνδέεται με κόστη, περιθώρια κέρδους αλλά και επιπλέον κύρος, ένα νέο δηλαδή συμβολικό κεφάλαιο για το περιοδικό και για την εκδοτική επιχείρηση, καθώς βιβλιοθήκες ή ερευνητές επιλέγουν να αγοράσουν συνδρομές σ’ ένα περιοδικό με καλή φήμη, μετατρέποντάς το σε ένα νέο «υλικο-οικονομικό» κεφάλαιο. Με τη σειρά της, η δημοσίευση εξασφαλίζει στην/στον επιστήμονα τόσο επιπλέον κύρος και αναγνώριση στο πλαίσιο της επιστημονικής κοινότητας όσο και εχέγγυα για επαγγελματική ανέλιξη, και άρα οικονομικό όφελος. Μια σειρά υποστηρικτικών μηχανισμών όπως η αξιολόγηση από κριτές, η επιμέλεια των άρθρων αλλά και η στρατηγική των δεικτών απήχησης επινοήθηκαν στο πλαίσιο αυτού του μοντέλου και λειτουργούν σαν φίλτρα για να διαχειριστεί η μεγάλη προσφορά άρθρων και πληροφορίας αλλά και σαν υποκατάστατοι δείκτες αποτίμησης της ποιότητας (proxy measure for quality), επενδύοντας το άρθρο με αξία πριν καν διαβαστεί και αξιολογηθεί από την κοινότητα. Στον ατέρμονο, λοιπόν, αυτόν κύκλο, όπου, όπως είδαμε, το κύρος δεν ταυτίζεται πάντα ή κατ’ ανάγκη με την ποιότητα, εύκολα διαπιστώνει κανείς πως εντέλει πίσω από το δόγμα του «publish or perish» κρύβεται όχι τόσο ο αγνός πόθος για επικοινωνία της έρευνας αλλά η πικρή για όλους μας αλήθεια πως η ακαδημαϊκή κοινότητα έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό εκχωρήσει τα δικαιώματα της αξιολόγησης της ακαδημαϊκής ποιότητας και αριστείας στους οικονομικά προσδιορίσιμους δείκτες δημοσιεύσεων των εκδοτικών επιχειρήσεων και των επιστημονικών περιοδικών.

Η ανάπτυξη του διαδικτύου, ωστόσο, και η διάδοση των ψηφιακών τεχνολογιών στην εκδοτική βιομηχανία άλλαξε τα δεδομένα ως προς το χρόνο και την έκταση της διάχυσης και της απήχησης, αλλά κυρίως τους οικονομικούς όρους παραγωγής και διάδοσης ακαδημαϊκού και επιστημονικού περιεχομένου.

Αντίθετα με το υπέρογκο κόστος της αναπαραγωγής και της διακίνησης πολλών αντιγράφων των έντυπων δημοσιεύσεων και περιοδικών, η ψηφιακή δημοσίευση, από την άλλη, βασίζεται στο ιδιαίτερο οικονομικό μοντέλο των μη ανταγωνιστικών ως προς την κατανάλωση αγαθών (non rival / non rivalrous commodities), που συστήνει την έννοια των ψηφιακών εγγράφων και αντιγράφων, σε αντίθεση με αυτήν των έντυπων-υλικών προϊόντων.[7]Στο μοντέλο αυτό, η χρήση ενός αγαθού δεν στερεί από κάποιο άλλο άτομο τη δυνατότητα να το χρησιμοποιήσει, με αποτέλεσμα το κόστος να μη σχετίζεται με την αναπαραγωγή του αγαθού, αλλά με την εργασία που απαιτείται προκειμένου να δημιουργηθεί το πρώτο αντίγραφο/προϊόν. Να το πω απλά: καθώς το κόστος αναπαραγωγής είναι πια ανύπαρκτο, το μόνο κόστος που χρειάζεται να καλυφθεί, προκειμένου να εξασφαλιστεί πρόσβαση στην πληροφορία χωρίς χρέωση του χρήστη, είναι αυτό της δημιουργίας του πρώτου αντιγράφου και του συστήματος διατήρησής του.

Oι εκδοτικές επιχειρήσεις, που ως μεσάζοντες διαθέτουν τα περιοδικά σε ψηφιακή μορφή, φαίνεται να παραβλέπουν αυτήν τη λεπτή διαφορά στην ψηφιακή οικονομία και να συνεχίζουν να απαιτούν από βιβλιοθήκες, ερευνητές αλλά και από το ευρύτερο κοινό υπέρογκα ποσά για συνδρομές, επιμένοντας στο παλαιό μοντέλο σύνδεσης κύρους και οικονομικού κεφαλαίου. Ακόμη κι αν το αρχικό και κρίσιμο κόστος ψηφιακής δημιουργίας ενός τεύχους/αντιγράφου καλύπτεται σχετικά εύκολα και άπαξ, αυτό που υποστηρίζουν και επιδιώκουν να καλύπτουν με τις υψηλές συνδρομές είναι η απαιτούμενη τεχνολογική υποδομή και το εξειδικευμένο λογισμικό για τη διατήρηση του ψηφιακού περιεχομένου, καθώς και η διαχείριση των συνδρομών, εξασφαλίζοντας επιπλέον ένα μεγάλο περιθώριο κέρδους, καθώς η τεχνολογική υποδομή συνεχώς βελτιώνεται και πλέον μπορεί να διατίθεται και δωρεάν (βλ. τις πρωτοβουλίες Open Journal System του Public Knowledge Project και Open Edition), ενώ η απαιτούμενη εργασία γύρω από το μάρκετινγκ έχει ήδη γίνει ουσιαστικά μέσα από το κύρος που προσκομίζουν οι ίδιοι οι ερευνητές. Έτσι, εκδοτικοί κολοσσοί και επιχειρήσεις όπως οι Springer, Wiley-Blackwell, EBSCO, Informa, ProQuest, Galeκ.ά. συνεχίζουν να συγκεντρώνουν ερευνητικό περιεχόμενο και να το διαθέτουν έναντι υψηλών συνδρομών, εδραιώνοντας μια αμιγώς «μονοπωλιακή λογική γύρω από τη γνώση»,[8] ενώ ακόμη και οι μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που ξεκίνησαν μέσα από πανεπιστημιακούς εκδοτικούς οίκους, όπως το Project Muse (Johns Hopkins University Press) και το JSTOR (Princeton University Press), φαίνεται πλέον πως λειτουργούν πάνω στο ίδιο μοντέλο κέρδους, προσφέροντας «ανάσες» ελευθερίας, όπως η πρωτοβουλία δωρεάν πρόσβασης σε χώρες της Αφρικής, σε παλαιότερο περιεχόμενο (JSTOR Early Journal Content, πριν από το 1923), αλλά και ελεγχόμενης ελεύθερης πρόσβασης έως 3 άρθρα ανά 15 μέρες (Register&Read). Σε όλα τα παραπάνω, αν προσθέσουμε πως το JSTOR μετρά 150 εκατομμύρια ανεπιτυχείς προσπάθειες το χρόνο για απόκτηση πρόσβασης, μπορούμε να αντιληφθούμε τη ριζοσπαστική δημοκρατικότητα των κινήτρων που παρακίνησαν τον Aaron Swartz να κατεβάσει 4,8 εκατομμύρια άρθρα (περίπου το 80% της τότε βάσης δεδομένων) από το Jstor από τον Σεπτέμβριο του 2010 έως τον Γενάρη του 2011.

Η ερευνητική κοινότητα φυσικά αντιδρά έντονα στην κερδοσκοπία εκδοτικών επιχειρήσεων μποϊκοτάροντάς τες, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του Elsevier, μιας μεγάλης εκδοτικής επιχείρησης με έδρα την Ολλανδία που παρέχει ερευνητικό περιεχόμενο (περιοδικά, βάσεις δεδομένων κ.λπ.): το μποϊκοτάζ «The Cost of Knowledge» συστάθηκε ως απάντηση στη σκανδαλώδη πληροφορία πως το 2010 ο Elsevier σημείωσε έσοδα 1,1 δις δολάρια με καθαρό ποσοστό κέρδους 36%, με ανοδικό καθαρό ποσοστό κέρδους στα 39% για το 2013, και έχει μέχρι σήμερα συγκεντρώσει πάνω από 15.000 υπογραφές ακαδημαϊκών, ενώ μόλις το καλοκαίρι ο Σύνδεσμος των Ολλανδικών Πανεπιστημίων (VSNU), μετά από άκαρπες συζητήσεις προκειμένου να εξασφαλίσει Ανοικτή Πρόσβαση στις δημοσιεύσεις των μελών του (Big Deal negotiations), κάλεσε το σύνολο των ακαδημαϊκών της χώρας σε μαζικό μποϊκοτάζ κατά του Elsevier. Πρόσφατα, στις αρχές του Νοεμβρίου, οι εκδότες του γλωσσολογικού περιοδικού Lingua, που παρέχεται μέσω του Elsevier, παραιτήθηκαν, σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς την άρνηση της επιχείρησης να λειτουργήσει το περιοδικό με όρους ανοικτής πρόσβασης, και ανακοίνωσαν πως ξεκινούν ένα νέο περιοδικό ανοικτής πρόσβασης, την Glossa.

Οι δρόμοι της Ανοιχτής Πρόσβασης και ο παράδρομος της academia (not) edu [9]

Αναλύσεις και κινήσεις όπως οι παραπάνω μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε τη διακοπή των ψηφιακών συνδρομών των ελληνικών ιδρυμάτων ως μια ηχηρή απόδειξη πως στο μοντέλο των επιστημονικών περιοδικών ελλοχεύει μια εκ προοιμίου συνθήκη αποτυχίας, με την κρίση να γίνεται ακόμη πιο ορατή με την εξάπλωση του διαδικτύου, πολύ πριν, και μάλλον ανεξάρτητα, από την κρίση της ελληνικής οικονομίας.«a href=”#_ftn10” name=”_ftnref10”>[10]</a>Επειδή λοιπόν τα υπάρχοντα μοντέλα είναι αφενός μη βιώσιμα για τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τις βιβλιοθήκες και αφετέρου διαιωνίζουν μια προγραμματικά προβληματική οικονομική λογική που πλήττει παρά ωφελεί το θεσμό και τους φορείς της ακαδημαϊκής έρευνας και επικοινωνίας, η πρωτοβουλία της Ανοικτής Πρόσβασης (Open Access) σε επιστημονικό περιεχόμενο αναδεικνύεται ως μια «μάχη» που δεν πρέπει να χαθεί για την επιστημονική κοινότητα αλλά και για την ευρύτερη κοινωνία.

Η περίφημη ΒΒΒ τριπλέτα ορισμού[11]που εκπονήθηκε στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας περιγράφει την Ανοικτή Πρόσβαση ως την ελεύθερη, άμεση, διαρκή και απαλλαγμένη από τέλη και τους περισσότερους περιορισμούς πνευματικών δικαιωμάτων διαδικτυακή πρόσβαση και χρήση ακαδημαϊκού και επιστημονικού περιεχομένου, ορίζοντας μάλιστα δύο βασικούς δρόμους προς την Ανοικτή Πρόσβαση.

Ο πρώτος είναι ο «Χρυσός Δρόμος» μέσα από Ηλεκτρονικά περιοδικά Ανοικτής Πρόσβασης, τα οποία εκδίδονται είτε από τους παραδοσιακούς εκδοτικούς οργανισμούς, είτε από τους αποκλειστικούς εκδότες Ανοικτής Πρόσβασης (BioMed Central και PLOS), είτε από νέες μορφές εκδοτικών σχημάτων και στα οποία δημοσιεύονται ακαδημαϊκά και ερευνητικά άρθρα που έχουν υποστεί αξιολόγηση. Αν και τα περιοδικά αυτά είναι ελεύθερα προσβάσιμα από όλους χωρίς χρέωση, αυτό δεν σημαίνει πως το κόστος μαγικά εξαφανίζεται: το κόστος εδώ καλύπτεται από την πλευρά του δημιουργού (Article Processing Charge, της τάξης των 100-5.000 δολαρίων), είτε μέσω του φορέα όπου ανήκει ο δημιουργός ή του χρηματοδότη της έρευνας,[12] ενώ δεν είναι σπάνιες και οι περιπτώσεις επιδοτήσεων από επιστημονικές εταιρείες. Η ανακατανομή αυτή του κόστους, από τις βιβλιοθήκες ή τους χρήστες στον δημιουργό, ενώ φαίνεται να λειτουργεί για υψηλά χρηματοδοτούμενους κλάδους (Βιοϊατρική, Φυσικές Επιστήμες, κ.λπ.), όχι μόνο δεν αλλάζει ουσιαστικά τις ισορροπίες στην αγορά στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες αλλά μάλλον διαιωνίζει το πρόβλημα εντός της συνολικά υποχρηματοδοτούμενης ερευνητικής κοινότητας, με τις εκδοτικές επιχειρήσεις να συνεχίζουν να κερδοφορούν, αυτήν τη φορά με το λογότυπο «OpenAccess» στην ατζέντα τους, η οποία τους αποφέρει επιπλέον κύρος και συμβολικό κεφάλαιο, κ.ο.κ.

Ο δεύτερος δρόμος είναι αυτός της αυτο-αρχειοθέτησης, ή ο «Πράσινος Δρόμος», όπου οι ίδιοι οι συγγραφείς αναλαμβάνουν να αναρτήσουν σε ιδρυματικά αποθετήρια Ανοικτής Πρόσβασης (π.χ. το ιδρυματικό αποθετήριο του Πανεπιστημίου Πατρών «Νημερτής», πρόσφατα στην 337η θέση της παγκόσμιας κατάταξης) ή σε ανοικτές θεματικές ψηφιακές συλλογές (π.χ. το γνωστό arXiv για τις Φυσικές Επιστήμες), άρθρα τύπου preprints, postprints ή post-publication (συχνά ο εκδότης επιβάλλει μια περίοδο εμπάργκο) και άλλο επιστημονικό υλικό (κυρίως αυτό που εντοπίζεται στην «γκρίζα βιβλιογραφία», όπως πρακτικά συνεδρίων, διδακτορικές διατριβές, ερευνητικά δεδομένα, κ.λπ.), που παράγεται μέσω παραδοσιακών μοντέλων και εξαρτάται πάντα από την άδεια που εκχωρεί ο κάθε εκδότης.

Όσο ακόμη διερευνώνται οι διαστάσεις των δύο αυτών δρόμων ως προς την ποιότητα, τα πνευματικά δικαιώματα και την απήχηση της έρευνας, το οικονομικό κόστος, τη διαλειτουργικότητα και τη βιωσιμότητα των μηχανισμών και των διαδικασιών, οι ερευνητές συχνά αναζητούν και επιλέγουν εναλλακτικούς τρόπους διάθεσης και διάχυσης των επιστημονικών τους πορισμάτων. Στον πυρετό του web 2.0, τα τελευταία χρόνια ολοένα και πληθαίνουν τα κοινωνικά δίκτυα και οι διαδικτυακές πλατφόρμες που απευθύνονται ειδικά σε ερευνητές, χορηγώντας τους τη δυνατότητα να μοιραστούν και να επικοινωνήσουν ελεύθερα (με αφορμή) την ερευνητική τους δραστηριότητα. Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει η πλατφόρμα Academia.edu, η οποία έχει πολύ μεγάλη απήχηση και στην Ελλάδα: σε μια σύντομη μέτρηση που έκανα στις 3 Δεκεμβρίου, ο αριθμός ερευνητών-χρηστών από ελληνικά ιδρύματα ξεπερνά τους 25.000.

Η πλατφόρμα Academia.edu συστήνεται ως «μια υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης» για ακαδημαϊκούς που «διευκολύνει τους χρήστες […] να δημιουργήσουν ακαδημαϊκά προφίλ, να συνδεθούν και να επικοινωνήσουν με άλλους χρήστες ανά τον κόσμο γύρω από κοινά επιστημονικά ενδιαφέροντα». Όπως και στα υπόλοιπα web 2.0-based κοινωνικά δίκτυα, ο κάθε χρήστης δημιουργεί ένα προφίλ όπου βάζει τα στοιχεία του, την φωτογραφία του, το βιογραφικό και στοιχεία επικοινωνίας, την επαγγελματική/ακαδημαϊκή του ιδιότητα και το ιστορικό. Παράλληλα, μπορεί να προσθέσει επιστημονικά ενδιαφέροντα αλλά και να αναρτήσει το σύνολο της επιστημονικής του δραστηριότητας, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο περιορισμό μορφοποίησης (format) ή συνέπειας μεταδεδομένων. Επιπλέον, ο κάθε χρήστης μπορεί να αξιοποιήσει ένα ρεπερτόριο web 2.0 εργαλείων: να ακολουθήσει κάποιον άλλον χρήστη (follow), να ανοίξει (view), να βάλει σελιδοδείκτη (bookmark) ή να κατεβάσει (download) ένα κείμενο, να στείλει προσωπικό μήνυμα (instant message) σε κάποιον άλλο χρήστη, να καλέσει άλλους χρήστες σε μια συζήτηση γύρω από ένα κείμενο, να λαμβάνει ενημερώσεις (newsfeed) για αλλαγές ή νέες προσθήκες είτε των χρηστών είτε των επιστημονικών ενδιαφερόντων που ακολουθεί.

Έχει ενδιαφέρον, νομίζω, να δούμε το επιχειρηματικό προφίλ αυτής της υπηρεσίας, που μέχρι σήμερα συγκεντρώνει 27.483.972 ερευνητές, 7.387.642 άρθρα, 1.746.316 ερευνητικά ενδιαφέροντα, με περίπου 36 εκατομμύρια μοναδικούς επισκέπτες το μήνα και 4.000 νέους χρήστες να εγγράφονται ημερησίως. Tο .edu domain φαίνεται μεν αρκούντως ακαδημαϊκό, αλλά είναι τελείως παραπλανητικό, καθώς δεν πρόκειται για κάποιον εκπαιδευτικό οργανισμό ανώτατης εκπαίδευσης στην Αμερική, αλλά για μια ακόμη start-up επιχείρηση που προφανώς κατοχύρωσε το συγκεκριμένο όνομα πριν από την ειδική νομοθεσία για τα .edu Domain Names το 2001, και έκτοτε αυξάνει συνεχώς τα κέρδη της μέσα από αλλεπάλληλους επενδυτικούς γύρους.

Η επιχειρηματική ιστορία και το μοντέλο της εταιρείας έχουν επίσης πολύ μεγάλο ενδιαφέρον: ο Richard Price, τελειώνοντας το διδακτορικό του στη Φιλοσοφία στην Οξφόρδη το 2008, καταφέρνει να εξασφαλίσει 600.000 δολάρια από επενδυτές στο Λονδίνο και μετακομίζει στο Σαν Φρανσίσκο, όπου και ιδρύει την εταιρεία, ανάμεσα στα υπόλοιπα κορυφαία internet brands που έχουν τα γραφεία τους στην Bay Area. Πίσω από το ιδρυτικό σλόγκαν «share research», βασικός στόχος του επιχειρηματικού πια κολοσσού είναι, σύμφωνα με τον ίδιο τον ιδρυτή της, να «επιταχύνει την παγκόσμια έρευνα» διοχετεύοντας «σε τμήματα Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D) πληροφορίες σχετικά με τις τάσεις στην έρευνα (research trends), προκειμένου τα τελευταία να βελτιώσουν τις αποφάσεις τους κατά 10-20%. Ένας αλγόριθμος σχετικά με τα “trending papers”, κατ’ αναλογία με τα trending topics ή τα hashtags στο Τwitter, είναι αρκετός για τα τμήματα Έρευνας και Ανάπτυξης προκειμένου να γνωρίζουν ποιες είναι οι έρευνες και τα ερευνητικά αντικείμενα με τη μεγαλύτερη απήχηση τις τελευταίες 24 ώρες, 7 μέρες, 30 μέρες, κ.ο.κ.». Αλλά υπάρχει και μια σημαντική οικονομική διάσταση σε όλο αυτό, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Price: «Γύρω στο 1 τρις δολάρια το χρόνο διοχετεύεται διεθνώς σε τμήματα R&D, από τα οποία γύρω στα 200 δις δολάρια στον ακαδημαϊκό χώρο, και 800 δις στον ιδιωτικό τομέα (κυρίως σε φαρμακοβιομηχανίες)».[13]Η εταιρεία μέχρι σήμερα έχει κατορθώσει να εξασφαλίσει 17,7 εκατομμύρια δολάρια από επενδυτές, γεγονός που δεν έχει τίποτα το επιλήψιμο ως επιχειρηματική στρατηγική, αλλά, από την άλλη, καθιστά όλο και πιο πειστικές τις φήμες πως αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί να εφαρμοστεί ένα νέο μοντέλο κεφαλαιοποίησης της εταιρείας πιθανώς με χρέωση των χρηστών, να πωληθεί τμηματικά ή να κλείσει οριστικά.

Στοιχεία όπως τα παραπάνω μπορούν να μας βοηθήσουν να διακρίνουμε μια σειρά παρανοήσεις που επιμελώς παραβλέπουμε γύρω από τη συγκεκριμένη υπηρεσία. Αρχικά, είναι νομίζω ξεκάθαρο πως η ταχέως αναπτυσσόμενη εταιρεία μετρήσεων και αναλύσεων εντοπίζει και κεφαλαιοποιεί στο brand της την κρίση και την ανάγκη γύρω από την ακαδημαϊκή επικοινωνία («share research») και προσπαθεί να κερδοσκοπήσει ακριβώς μέσα από τη δική της επανεφεύρεση αυτής της επικοινωνίας.[14]Με άλλα λόγια, οι «δραστήριοι ακαδημαϊκοί» που οικειοθελώς χρησιμοποιούμε την πλατφόρμα δίνουμε δωρεάν και συχνά εν αγνοία μας στοιχεία και εργασία που σχετίζονται με την ίδια την έρευνά μας σε μια καθ’ όλα νόμιμη, πλην αμιγώς κερδοσκοπική επιχείρηση: μια τακτική ανάλογη μ’ αυτήν της οικονομικής συνδιαλλαγής με τις εκδοτικές επιχειρήσεις που σχολίασα παραπάνω.

Από την άλλη, τα στοιχεία που «κρύβονται» στη δραστηριότητα αυτή των χρηστών (download, follow, bookmark) λειτουργούν ως εναλλακτικοί δείκτες της απήχησης (measure impact) μιας ερευνήτριας ή ενός ερευνητή και του έργου τους, καθώς η πλατφόρμα τους παρέχει έναν εύχρηστο τρόπο και χώρο να οικοδομήσουν και να διαχειριστούν το προσωπικό ακαδημαϊκό brand και τη φήμη τους σε μια ολοένα και πιο διακτινισμένη παγκόσμια κοινότητα ερευνητών. Είναι πλέον ο ίδιος ο ερευνητής που, πέρα από την έρευνα στη βιβλιοθήκη ή τα αρχεία, επιδίδεται σε μια στρατηγική αυτοπροβολής και αυτοδιαχείρισης της χωρίς-καμία-σταθερότητα καριέρας του με όρους εμπορικού ανταγωνισμού, παρακολουθώντας, ελέγχοντας και ανατροφοδοτώντας από έναν πίνακα στοιχείων (Analytics Dashboard) την προβολή και την απήχηση του προφίλ και του έργου του (page view counts, download counts), όπως κι επιπλέον πληροφορίες για την προέλευση αυτού του ενδιαφέροντος (χώρα προέλευσης, ιστοχώρος πρώτου εντοπισμού, κ.λπ.). Δεν είναι, άλλωστε, σπάνιες οι περιπτώσεις που οι δείκτες αυτοί συνιστούν μετρήσιμα τεκμήρια για την εξέλιξη της καριέρας των ακαδημαϊκών, ενώ συντελεστές της πλατφόρμας πρόσφατα εξέδωσαν μια μελέτη, σύμφωνα με την οποία άρθρα που αναρτώνται στην πλατφόρμα αποκτούν 73% παραπάνω αναγνωσιμότητα.

Έτσι, όσο η επιχειρηματική λογική της εταιρείας εμπλουτίζεται με ένα περίεργο μείγμα (ψευδ)αίσθησης ακαδημαϊκής αυτοδυναμίας και ανάγκης για προβολή, η πλατφόρμα Academia.edu γεμίζει ανεξέλεγκτα με αναρτήσεις ποικίλης φύσης: από προσκλήσεις σε ομιλίες, μέχρι σκαναρισμένα προγράμματα συνεδρίων, από ολόκληρα σκαναρισμένα βιβλία και δημοσιευμένα άρθρα σε συνδρομητικά επιστημονικά περιοδικά, μέχρι παραμορφωμένα κείμενα λόγω προβληματικής μορφοποίησης (καθώς η υπηρεσία διαθέτει εγγενή υποστήριξη μετατροπής των αναρτημένων εγγράφων μέσω της εφαρμογής iPaper της Scribd). Γιατί ας μην ξεχνάμε πως η ελευθερία έρχεται πάντα με ένα τίμημα: τη φορά αυτή θυσιάζεται η αξιοπιστία, η τεκμηρίωση, η ποιότητα, τα (όποια) πνευματικά και οικονομικά δικαιώματα που μέχρι πρότινος, μέσω των εκδοτικών ακριβών υπηρεσιών, θωράκιζαν την επιστημονική δημοσίευση. Αν το νέo πρόγραμμα της υπηρεσίας με την καθιέρωση «editors» που θα προτείνουν 4-10 άρθρα το μήνα ανά γνωστικό αντικείμενο φαντάζει μάλλον ως απόπειρα έκτακτης ανάγκης προκειμένου να διασφαλιστεί κάποιας μορφής έλεγχος ποιότητας (quality control), αυτό που φαίνεται να μην μπορεί να αντιμετωπίσει με επάρκεια η υπηρεσία είναι η παντελής έλλειψη νομικής πρόβλεψης για το αν οι χρήστες έχουν ξεκάθαρα δικαιώματα γύρω από το υλικό που αναρτούν.[15]

Όταν το 2013 ο Elsevier έλαβε νομικά μέτρα εναντίον της Academia.edu για 2.800 περιπτώσεις χρηστών οι οποίοι δεν είχαν σαφή δικαιώματα δημοσίευσης από τον εκδότη, η υπηρεσία αναγκάστηκε να κατεβάσει τα εν λόγω άρθρα και να συμβουλεύσει τους «παράνομους» χρήστες να μποϊκοτάρουν με τη σειρά τους τον Elsevier, υπογράφοντας το The Cost of Knowledge. Η λεπτή ειρωνεία εντοπίζεται στο ότι η ίδια η υπηρεσία κερδοφορεί από το «κόστος της γνώσης» που μεταπρατικά εμπορεύεται ενώ λειτουργεί συμπληρωματικά, αν όχι παρασιτικά, στο χώρο της ακαδημαϊκής επικοινωνίας: ο Elsevier και οι λοιποί εκδοτικοί κολοσσοί θα συνεχίζουν να δημοσιεύουν περιοδικά και επιστημονική πληροφορία, στα οποία όμως ολοένα και λιγότεροι θα έχουν πρόσβαση, λόγω των υπέρογκων συνδρομών, κι έτσι η Academia, σαν από μηχανής «ψηφιακός» θεός, θα χορηγεί ένα βολικό αλλά επικίνδυνα άναρχο και πολλαπλά προβληματικό δίκτυο επικοινωνίας της καταδικασμένης πλην απαραίτητης δημοσίευσης.

ΤΙΝΑ-κάνουμε; Όσο οι περισσότεροι από εμάς χρησιμοποιούμε την πλατφόρμα της Academia.edu, διότι «όλοι και όλα είναι εκεί», και ταυτόχρονα καταγγέλλουμε τις διακοπές των συνδρομών του ΣΕΑΒ μαζί και την κερδοσκοπική πρακτική των εκδοτικών κολοσσών, τόσο είναι αυτές οι προκλητικά απλοϊκά θυμικές αντιδράσεις που θα μας εμποδίζουν να σκεφτούμε και να δράσουμε ριζοσπαστικά και καινοτόμα γύρω από τα μοντέλα δημοσίευσης και επικοινωνίας της επιστημονικής έρευνας, ιδιαίτερα στο ψηφιακό περιβάλλον, όπου πλέον καλούμαστε να μεταφέρουμε σημαντικό τμήμα της δραστηριότητας και της αλληλεπίδρασής μας. Στη μεταβατική λοιπόν φάση που διανύουμε, μάλλον κανείς από εμάς δεν έχει τη μαγική εναλλακτική λύση, ωστόσο αυτό που σίγουρα μπορούμε να κάνουμε είναι να επιχειρήσουμε να ενώσουμε τα κομμάτια αυτού του παζλ που καιρό τώρα θεωρούμε ανεξάρτητα, επιδιώκοντας κυρίως να δοκιμάσουμε τα όρια των βεβαιοτήτων μας γύρω από τις παραμέτρους της ακαδημαϊκής επικοινωνίας και να αναζητήσουμε όχι τόσο το νέο, αλλά το ριζοσπαστικά διαφορετικό.

Πότε θα συζητήσουμε ανοιχτά και κριτικά και στην Ελλάδα τον κεντρικό ρόλο των ερευνητικών και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων στην παραγωγή, τη διάδοση και τη διατήρηση της ερευνητικής παραγωγής σε εθνικό επίπεδο αλλά και ανά επιστημονικό πεδίο; Πόσο έτοιμες είναι κοινωνικά, οικονομικά και τεχνολογικά οι υποδομές αλλά και οι νοοτροπίες των φορέων να πειραματιστούν και να υποστηρίξουν ανοικτά μοντέλα γύρω από τις ακαδημαϊκές δημοσιεύσεις στο ψηφιακό παράδειγμα; Με ποιους τρόπους παρέχουμε αλλά και διεκδικούμε ενημέρωση στα ερευνητικά και ακαδημαϊκά περιβάλλοντα όπου κινούμαστε γύρω από τις οικο-νομικές διαστάσεις μιας επιστημονικής δημοσίευσης εντός ή εκτός Ανοικτής Πρόσβασης; Σε ποιο βαθμό κατανοούμε και μεταφέρουμε στην ακαδημαϊκή συμπεριφορά μας τη στενή σχέση των υπηρεσιών των βιβλιοθηκών, των φορέων χρηματοδότησης και των ερευνητών ως δημιουργών και χρηστών της επιστημονικής γνώσης;

Πρωτοβουλίες όπως τα Open Library For the Humanities και The Open Access Publishing Cooperative υπογραμμίζουν αυτή την ανάγκη συνεργασίας και πειραματίζονται γύρω από οικονομικά μοντέλα κατάργησης του APC και υποδομές ανοιχτού κώδικα που θα υποστηρίξουν τη βιωσιμότητα της Ανοικτής Πρόσβασης σε μεγάλη κλίμακα. Στην ίδια κατεύθυνση στην Ελλάδα, η υπηρεσία ePublishing του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης χορηγεί και διαρκώς εμπλουτίζει «μορφές έκδοσης της επιστημονικής παραγωγής, με άξονα επιχειρησιακά μοντέλα Ανοικτής Πρόσβασης», με πολλούς εκδότες και περιοδικά, όπως π.χ. το Historein, η Σύγκριση, να τολμούν το αυτονόητο. Και ακόμη, πώς γίνεται να συνδέονται στην πρακτική και τη ρητορική πίεσης για την Ανοικτή Πρόσβαση τα κινήματα «από τα κάτω» γύρω από τα ελεύθερα δημόσια δεδομένα και το ελεύθερο λογισμικό (όπως το Open Knowledge Foundation / OKFGRκαι τα ΕΛ/ΛΑΚ) με τις πρωτοβουλίες γύρω από ανοικτά μοντέλα ακαδημαϊκής δημοσίευσης, ειδικά για την ελληνική περίπτωση, όπου η εκπαίδευση και η έρευνα είναι (ακόμη) δημόσια αγαθά και δεδομένα, και ως τέτοια πρέπει να αποδίδονται ελεύθερα;[16]

Από την άλλη, πόσο έτοιμες είμαστε όλες και όλοι μας να επαναδιαπραγματευθούμε το ρόλο των συλλογικοτήτων και των εταιρειών που έχουμε ή θέλουμε να δημιουργήσουμε σε σχέση με τις νέες πρωτοβουλίες που αυτές μπορούν να αναλάβουν γύρω από τα μοντέλα και τις συνθήκες των επιστημονικών δημοσιεύσεων; Μας δίνεται, νομίζω, αυτήν τη στιγμή μια μοναδική ευκαιρία ως μέλη της ελληνικής ερευνητικής κοινότητας να διεκδικήσουμε και να συνεργαστούμε για τη δημιουργία δομών και μηχανισμών όπου ο ακαδημαϊκός κόπος δεν θα συνδέεται με εξωγενή κέρδη τρίτων: μέσα από τη δημιουργία ανοικτών συλλογικών, αυτοοργανωμένων και αυτοδιοικούμενων δικτύων και οργάνων που γνωρίζουν, προστατεύουν και προωθούν τις πολλές (και ολοένα πιο υβριδικές) μορφές της ακαδημαϊκής έρευνας (άρθρο, μονογραφία, ερευνητικά δεδομένα, λογισμικό, κ.ο.κ.)· μέσα από πειραματικά εγχειρήματα που αποδεσμεύουν την ακαδημαϊκή παραγωγή από τον οικονομικά προσδιορισμένο κύκλο του κύρους και του κεφαλαίου, ενώ επανακαθορίζουν δημιουργικά τρόπους για την εξασφάλιση της ποιότητας μέσα από ανοιχτές διαδικασίες (open or peer-to-peer review) και δεξιώνουν τη δημοσίευση ως έναν-από-τους-πολλούς-τρόπους να επικοινωνήσει και να επικυρώσει κανείς την επιστημονική αριστεία· τέλος, μέσα από την επεξεργασία των νέων δεξιοτήτων και επικοινωνιακών κωδίκων συναδελφικότητας που αξιοποιούν και ενδυναμώνουν την ισχύ και το ρόλο των κοινοτήτων στη σημερινή ιστορική στιγμή όπου αναδιαμορφώνεται το ακαδημαϊκό status-quo. Αξίζει, νομίζω, να δούμε το παράδειγμα των πρωτοβουλιών της πολύ δραστήριας Modern Language Association, όπως τα MLA Commons Open Repository Exchange, και της πρόσφατης μεγάλης χρηματοδότησης από το Mellon Foundation για τη δημιουργία των Humanities Commons, που δείχνουν ακριβώς την ετοιμότητα αλλά και τη δυνατότητα των εταιρειών να δημιουργήσουν και να ενισχύσουν νεοφυείς δομές και δίκτυα επικοινωνίας της έρευνας.

Γιατί, τέλος, η Ανοικτή Πρόσβαση δεν συστήνει απλά έναν άλλο τρόπο δημοσίευσης, αλλά περισσότερο ένα καινούργιο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ ερευνητών, ερευνητικών ιδρυμάτων και εκδοτικών σχημάτων. Χρησιμοποιώντας μια πετυχημένη μεταφορά του Raymond Williams, το ζήτημα πια δεν είναι πώς «θα μοιραστεί το γνωστό χρυσάφι» στο χώρο της ακαδημαϊκής επικοινωνίας, αλλά κυρίως «πώς θα υπάρξει μια ριζική αλλαγή στο νόμισμα».[17] Γι’ αυτό και η Ανοικτή Πρόσβαση δεν (πρέπει να) είναι ο τελικός στόχος, αλλά μάλλον ένας δρόμος προς το στόχο αυτόν. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το στόχο αυτόν κάπως περιγραφικά ως «Ανοιχτή Γνώση», ή «Τα Κοινά της Γνώσης» (μεταφράζοντας τα «Open Knowledge» και «Knowledge Commons»)· γιατί ο στόχος αυτός δεν είναι ούτε μόνο ακαδημαϊκός ούτε μόνο οικονομικός, αλλά είναι πάνω απ’ όλα ένας επιστημολογικός, ένας κοινωνικός και ένας πολιτικός στόχος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. Γύρω από τα «serials crises» στο χώρο των βιβλιοθηκών βλ. ενδεικτικά Judith M. Panitch & Sarah Michalak, «The Serials Crisis: A White Paper for the UNC-Chapel Hill Scholarly Communications Convocation», 2005, http://www.unc.edu/scholcomdig/whitepapers/panitch-michalak.html ,και McGuigan, G. & Russell, R., «The Business of Academic Publishing: A Strategic Analysis of the Academic Journal Publishing Industry and Its Impact on the Future of Scholarly Publishing», Electronic Journal of Academic and Special Librarianship, 9 (3), 2008, http://southernlibrarianship.icaap.org/content/v09n03/mcguigan_g01.html

[2]. Από τον διαρκώς αυξανόμενο όγκο της διεθνούς συζήτησης, ενδεικτικά μεταφέρω εδώ (κυρίως για ό,τι αφορά στο Ηνωμένο Βασίλειο) την περίφημη «Finch report»,Accessibility, sustainability, excellence: how to expand access to research publications, Research Information Network, 2012, http://www.researchinfonet.org/wp-content/uploads/2012/06/Finch-Group-report-FINAL-VERSION.pdf, καθώς και την καίρια συμβολή της British Academy με την πρόσφατη μελέτη Darley, R., Reynolds, D. and Wickham, C., Open Access Journals in Humanities and Social Science, British Academy, 2014, http://www.britac.ac.uk/policy/Openaccess.cfm, καθώς και με τη σειρά παρεμβατικών δοκιμίων γύρω από την Ανοικτή Πρόσβαση, Nigel Vincent & Chris Wickham (επιμ.), Debating Open Access, 2013,http://www.britac.ac.uk/openaccess/debatingopenaccess.cfm. Χρήσιμες προσεγγίσεις γύρω από την ιστορία και τις διαστάσεις της Ανοικτής Πρόσβασης στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες συνιστούν τα Peter Mandler, «Open access: a perspective from the humanities»,Insights, 27:2, 2014, σ. 166-170, http://doi.org/10.1629/2048-7754.89, και Martin Paul Eve, Open Access and the Humanities.Contexts, Controversies and the Future, Cambridge University Press, 2014, όπου και εκτενής βιβλιογραφία, ενώ για μια πιο ευρεία συζήτηση γύρω από το μέλλον της ακαδημαϊκής δημοσίευσης και επικοινωνίας, σταθμό αποτελεί το βιβλίο της Kathleen Fitzpatrick, Planned Obsolescence: Publishing, Technology, and the Future of the Academy, NYU Press, 2011.

[3]. Σαχίνη Ε., Μάλλιου Ν., Χούσος Ν., Καραΐσκος Δ., Ελληνικές Επιστημονικές Δημοσιεύσεις 1998-2012: Βιβλιομετρική Ανάλυση Ελληνικών Δημοσιεύσεων σε Διεθνή Επιστημονικά Περιοδικά – Web of Science, Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης, 2014, http://report04.metrics.ekt.gr/el

[4]. Βλ. τα ειδικά στοιχεία στην παραπάνω μελέτη του ΕΚΤ γύρω από την αύξηση του αριθμού των αναφορών σε ελληνικές δημοσιεύσεις (από 224.633 για την περίοδο 2006-2010 σε 279.178 για την περίοδο 2008-2012) και τον διαρκώς βελτιούμενο δείκτη απήχησης (impact factor) των ελληνικών δημοσιεύσεων (από 4,51 σε 5,23 για τις ίδιες με παραπάνω περιόδους)

[5]. Kronick, David, _A History of Scientific and Technical Periodicals: the Origins and Development of the Scientific and Technological Press._Metuchen, NJ: Scarecrow Press, 1962.

[6]. Pierre Bourdieu, Η αίσθηση της πρακτικής, μτφρ.–επιμ. Θεόδωρος Παραδέλλης, Αλεξάνδρεια, 2006, σ. 192.

[7]. Eve, ό.π., 2014, σ. 16.

[8]. Monbiot, G., «Academic Publishers Make Murdoch Look Like a Socialist», The Guardian, August 29, 2011, http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2011/aug/29/academic-publishers-murdoch-socialist.

[9]. Εν μέρει τον τίτλο και την αφορμή για την έρευνα πάνω στην πλατφόρμα της Academia.edu τα οφείλω στην πρόσφατη ανάρτηση της Kathleen Fitzpatrick, «Academia, Not Edu», 26 October 2015, http://www.plannedobsolescence.net/academia-not-edu/.

[10]Thatcher, Sanford G., «The Crisis in Scholarly Communication», The Chronicle of Higher Education, March 3, 1995: B1.

[11]Ως ΒΒΒ τριπλέτα ορισμού ο Suber περιγράφει τους ορισμούς της Βουδαπέστης (Φεβρουάριος 2002), της Βηθεσδά (Ιούνιος 2003) και του Βερολίνου (Οκτώβριος 2003)˙ βλ. και Suber, P., Open access, MIT Press, Cambridge, Massachusetts 2012, http://doi.org/10.4271/2004-01-2697A.

[12]. Υψηλότερο είναι το κόστος στα λεγόμενα «υβριδικά περιοδικά Ανοικτής Πρόσβασης» (hybrid OA journals), όπου ο δημιουργός αναλαμβάνει ο ίδιος να πληρώσει για να εξασφαλίσει ανοικτή πρόσβαση στη δημοσίευσή του σε ένα συνδρομητικό περιοδικό.

[13]. Hadas Shema, «Interview with Richard Price, Academia.edu CEO», Scientific American, October 31, 2012, http://blogs.scientificamerican.com/information-culture/interview-with-richard-price-academia-edu-ceo/

[14]. Πρόκειται για μια τακτική συνήθη στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης (π.χ. Facebook), όπου οι κινήσεις των χρηστών (posts, comments, likes, shares) αποτελούν συχνά πληροφορίες που συλλέγονται και μοντελοποιούν συμπεριφορές χρηστών, για εμπορικούς στόχους (π.χ. Target Ads).

[15]. Δεν διαθέτω τις απαραίτητες νομικές γνώσεις, αλλά έχει νομίζω εξαιρετικό ενδιαφέρον η ανανεωμένη (24.2.2015) έκδοση των όρων της υπηρεσίας σχετικά με τα δικαιώματα που διαθέτει επί του υλικού των χρηστών: «By making any Member Content available through the Site or Services, you hereby grant to Academia.edu a worldwide, non-exclusive, transferable, sublicense able, perpetual, royalty-free license to reproduce, modify for formatting purposes, prepare derivative works based upon, publicly display, publicly perform, distribute, and otherwise use your Member Content in connection with operating and providing the Services and Content to you and to other Members».

[16]. «Eπί του πιεστηρίου», αξίζει να δει κανείς την πρόσφατη μελέτη γύρω από μια προσέγγιση του ζητήματος των ακαδημαϊκών δημοσιεύσεων ως ελεύθερα δημόσια δεδομένα: Lawson, S., Gray, J. & Mauri, M., «Opening the Black Box of Scholarly Communication Funding: A Public Data Infrastructure for Financial Flows in Academic Publishing?», submitted for Open Library of the HumanitieS, 2015,preprint at: http://ssrn.com/abstract=2690570<(ευχαριστώ τον συνάδελφο Δημήτρη Παπαδόπουλο για την πληροφορία και τον σχετικό προβληματισμό).

[17]. Raymond Williams, Culture and society 1780-1950, Anchor Books Doubleday & Company, Inc, 1958, σ. 242.

[orginally published in Chronos magazine ]